διαχάλασις

διαχάλ-ᾰσις [pron. full] [χᾰ], εως, ,
A disjoining in the sutures of the skull, Hp. VC12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαχάλασις — διαχάλασις, η (Α) χαλάρωση τής ενώσεως τών οστών ιδίως τού κρανίου …   Dictionary of Greek

  • διαχάλασις — disjoining fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαλάσῃ — διαχαλάσηι , διαχάλασις disjoining fem dat sg (epic) διαχαλά̱σῃ , διαχαλάω loosen aor subj mid 2nd sg (doric aeolic) διαχαλά̱σῃ , διαχαλάω loosen aor subj act 3rd sg (doric aeolic) διαχαλά̱σῃ , διαχαλάω loosen fut ind mid 2nd sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.